γέρος

θα κόντευε πια τα ενενήντα
χωρίς να περιμένει άλλα να συμβούν
στην πολύχρονη ζωή του

καθισμένος στο καροτσάκι
δίπλα στο παραθύρι το ανοιχτό
περίμενε το πλήρωμα του χρόνου
που το ‘νιωθε κι όλας δίπλα του

ξάφνου μια βροντή, και μια δεύτερη, και τρίτη
σκοτείνιασε ο ουρανός
κι άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες χοντρές ψιχάλες
μ’ εκείνο το θόρυβο, που τις ξεχωρίζει απ’ το ψιλόβροχο

χάρηκε ο γέρος που μύρισε το βρεγμένο χώμα
σαν το μικρό παιδί αναρίγησε

“πάλι η φύση θα βλαστήσει”