δείτε τα ποιήματα σε μορφή

περιεχομένων


συλλογή διηγημάτων


podcast


δημοσιεύσεις στο facebook

Ποίηση - Υφαντό

Το "υφαντό" είναι η ποιητική συλλογή μου. Κάθε ποίημα και ένα "νήμα" από αυτά που πλέκουν τον κόσμο γύρω μας. Κάποια γραμμένα πριν πολλά χρόνια, κάποια πιο πρόσφατα, κάποια ακόμα στην φάση της ωρίμανσης που ελπίζω να δημοσιεύσω στο μέλλον. Ξέρω ότι δεν θα μπορέσω να γράψω για όλα τα νήματα του κόσμου μέχρι το τέλος της ζωής μου. Μου αρκεί να γράψω για όσα μπορώ.
Ποίηση - Υφαντό
Ποίηση - Υφαντό1 week ago
Λόγω της ημέρας σήμερα ...

Ποίηση - Υφαντό
Η "νοθεία του έρωτα" είναι ένα κείμενο που προέκυψε μέσα από την ανάγνωση των ποιημάτων μου που αφορούν τον έρωτα. Πρόκειται για ποιήματα δημοσιευμένα στην π...
Ποίηση - Υφαντό
Ποίηση - Υφαντό2 months ago
Τα "Χριστούγεννα στον Πλούτωνα" είναι ένα πολύ προσωπικό διήγημα. Γράφοντας αυτές τις γραμμές δεν είμαι σίγουρος με ποιά αφορμή προέκυψε και αυτό είναι περίεργο γιατί συνήθως θυμάμαι την αιτία που με οδηγεί να γράψω κάτι. Όπως και να έχει φέτος αποφάσισα να το ηχογραφήσω. To link για την ηχογράφηση είναι στο πρώτο σχόλιο. Εδώ παραθέτω το ίδιο το διήγημα:

Χριστούγεννα στον Πλούτωνα
Να σου πω την αλήθεια από τα παιδικά μου χρόνια μόνο σκόρπιες αναμνήσεις έχουν μείνει. Κάτι σαν φωτογραφίες της στιγμής που τυπώθηκαν μέσα στο μυαλό μου και τώρα είναι ταυτόχρονα ξεθωριασμένες και πολύ καθαρές. Μη με ρωτήσεις πως γίνεται αυτό δεν ξέρω.

Μια φωτογραφία είναι από εκείνα τα Χριστούγεννα που είχατε πάει στη Γερμανία οδικώς. Θα επιστρέφατε ακριβώς την ημέρα των Χριστουγέννων ή τουλάχιστον έτσι το θυμάμαι. Οι ώρες περνούσαν, έπεσε το βράδυ κι εμείς περιμέναμε να φέρετε τα δώρα αλλά μέσα μας περιμέναμε εσάς. Τα μάτια άρχισαν να βαραίνουν, ώσπου μια στιγμή έκλεισαν κι όταν άνοιξαν ήταν πρωί, χιονισμένα, κάτω από το δέντρο είχε κάτι πακέτα και στην αυλή του σπιτιού το αυτοκίνητο. Για το χιόνι το λέω με μια επιφύλαξη. Αυτές οι φωτογραφίες έχουν την ιδιότητα, αν είναι όμορφες, να ομορφαίνουν κι άλλο με τον καιρό.

Μετά απ’ αυτό θυμάμαι μια άλλη χρονιά που μας είχες πάρει και τους τρεις αράδα να μας πας σε μαγαζί στην πόλη να διαλέξουμε παιχνίδι για τα Χριστούγεννα. Με τον αδερφό μου διαλέξαμε ένα, δεν θυμάμαι τι ήταν, αλλά ήταν ακριβό κι είπες θα μετρήσει για δώρο των δυο σας, η αδερφή μας ήθελε άλλο. Θυμάμαι όμως ότι πριν γυρίσουμε σπίτι μπήκαμε σε ένα κρεοπωλείο, αλλά τι κρεοπωλείο ήταν εκείνο. Η σπηλιά του Αλί Μπαμπά με σαλάμια κρεμασμένα αντί για κοσμήματα.

Άλλα αθώα Χριστούγεννα δεν θυμάμαι. Να πεις ότι μεγάλωσα κι ωρίμασα γρήγορα; Αχλάδας ήμουνα. Ένιωθα πράγματα αλλά λίγα καταλάβαινα. Από εκείνα τα χρόνια θυμάμαι σκόρπιες μαζώξεις είτε ανήμερα είτε την παραμονή των Χριστουγέννων. Μια στο δικό μας σπίτι, μια σε κάποιου συγγενή, άλλοτε σε φίλου. Πιο πολύ θυμάμαι τις κουβέντες. Οι κουβέντες των μεγάλων πάντα μου κέντριζαν το ενδιαφέρον. Το αυτί μου ήταν σε ότι λέγατε και το μάτι στους άλλους που είχαν τα μάγουλα κόκκινα.

Στα πρώτα μου Χριστούγεννα ως φοιτητής είχες πάθει την πλάκα σου. Από αρκετά χρόνια παίζαμε εικοσιμία, για το καλό. Μάλλον το καλό ήταν να μην κολλήσουμε ποτέ το μικρόβιο του τζόγου. Δεν ξέρω πως το έκανες αλλά κάθε φορά τα μάζευες όλα, αλήθεια δεν σε ρώτησα ποτέ αν έκλεβες, εκείνα τα Χριστούγεννα όμως είχα μια ρέντα που δεν μπορούσες να το πιστέψεις. Ήταν που είχα νηστέψει σαράντα μέρες να κοινωνήσω στη γιορτή μου. Άμα φεύγεις φοβισμένος για πρώτη φορά από το σπίτι, πιάνεσαι απ’ ότι δεκανίκι βρεις. Είχα τέτοια αυτοπεποίθηση που άμα φυσούσα δυνατά το βουνό θα το έριχνα. Αντί για το βουνό έπεσες εσύ κι η παρέα μου εκείνο το βράδυ τσούγκρισε αρκετές φορές στην υγειά σου.

Δεν ξέρω πώς αλλά χρονιά με τη χρονιά κι αυτή η λίγη μαγεία χάθηκε. Από τη μια δεν ήσουν πια ανίκητος αντίπαλος, από την άλλη εμφανίστηκε ένας διοικητής αυστηρός. Θα μου πεις διοικητής με γόβες; Έτσι είναι αυτά. Τελείωσα το φανταρικό, βρήκα κι ένα σπίτι, ίσα να μην μένω μαζί σας, αλλά κάθε που έρχονταν τα Χριστούγεννα κάτι με τραβούσε πίσω. Έστω για λίγο, έστω για το μεσημεριανό τραπέζι. Το βράδυ ο διοικητής δεν άφηνε. Νομίζω δεν έχασα τραπέζι αλλά μπορεί να βελτιώθηκε λίγο η φωτογραφία από μόνη της και να θυμάμαι λάθος.

Σίγουρα όμως θυμάμαι τα περσινά Χριστούγεννα. Πήγαινε η δουλειά καλά, τι καλά δηλαδή πύραυλος. Με είχες χάσει μες τη χρονιά και είπα να επανορθώσω λίγο. Καθίσαμε ένα απόγευμα ολόκληρο μπροστά στο τζάκι και συζητούσαμε για τη δουλειά. Είχες τέτοιο ενθουσιασμό, σχεδόν μεγαλύτερο απ’ τον δικό μου. Εντάξει μεταξύ μας οι συμβουλές που έδινες δεν ήταν ιδιαίτερης αξίας, ιδέα δεν είχες από επιχειρήσεις, αλλά ήταν τόσο ωραία η κουβέντα. Γιατί να στο χαλάσω;

Φέτος ο πύραυλος έφτασε στον Πλούτωνα. Λογικά κάπου εκεί κοντά πρέπει να είσαι κι εσύ. Τώρα θα μου πεις, τι στα λέω αυτά, αφού τα ξέρεις. Ε να έτσι έχω δει να κάνουν στις ταινίες είπα να το κάνω κι εγώ. Κάθονται λέει μπροστά στην φωτογραφία, τα λένε και αλαφρώνουν. Εγώ πάντως δεν αλάφρωσα από κάτι κι ούτε έχω κανένα βάρος. Ήθελα να ήσουν εδώ, αλλά κι αυτό το ξέρεις τι στο λέω. Τέλος πάντων, άντε φτάνει αυτό δεν έχει νόημα. Καλό ταξίδι, κι αν δεις τον πύραυλό μου, μην του δώσεις συμβουλές.
Ποίηση - Υφαντό
Ποίηση - Υφαντό3 months ago
Ήταν Ιούλιος του 2019 όταν ο Γιώργος Καραλανίδης μου έστειλε την μελοποιημένη έκδοση του ποιήματος «χιόνι απαλό». Όταν το άκουσα για πρώτη φορά η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Δεν θα διστάσω να ομολογήσω ότι τα χέρια μου έτρεμαν, είχα ιδρώσει λες και ήμουν σε σάουνα και η καρδιά μου χτυπούσε με τρόπο που είχα ξεχάσει ότι γίνεται.

Από εκείνο τον Ιούλιο έπρεπε να φτάσουμε στον Αύγουστο του 2023 ώστε να μπορέσουμε να συντονιστούμε και να κάνουμε την ηχογράφηση. Τελικά αυτό ήταν για καλό γιατί σε αυτό τον συντονισμό βρέθηκαν μαζί μας η Χρυστεφανία Λουκίδου που έκανε τα φωνητικά και ο Γιάννης Βαρελίδης που έκανε την μίξη και έπαιξε τύμπανα.

Ελπίζω να το απολαύσετε όσο κι εμείς που το φτιάξαμε!

Ποίηση - Υφαντό
ποίηση: Ταβουλτσίδης Βασίληςμουσική - τραγούδι: Καραλανίδης Γιώργοςφωνητικά: Χριστεφανία Λουκίδουμίξη - τύμπανα: Βαρελίδης Γιάννης---------------περιπλανήθηκ...
Ποίηση - Υφαντό
Ποίηση - Υφαντό3 months ago
Η αγγλικού
-------------
Πρώτη δημοσίευση : Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2023

«Τα μαθήματα αγγλικών είναι το τελευταίο πράγμα που θα κόψει ο γονιός απ' το παιδί του πριν φτάσει να του κόψει το γάλα» έλεγε ο πατέρας της. Εκείνη καταλάβαινε ότι αυτή η φράση είχε κάμποσες δόσεις υπερβολής αλλά στον πυρήνα της είχε μια αλήθεια. Ήταν από τα παιδιά εκείνα που αφήνουν τέτοιες αλήθειες να φυτευτούν στην ψυχή τους. Κι αυτές οι αλήθειες χρόνο το χρόνο απλώνουν ρίζες όλο και πιο βαθιά όλο και πιο γερά και φτιάχνουν ένα δέντρο δυνατό και σίγουρο.

Όταν έφτασε να επιλέξει τι θέλει να σπουδάσει το ζήτημα ήταν ήδη λυμένο και αποφασισμένο. Αγγλική φιλολογία φυσικά. Δεν ήταν βέβαια όνειρο ζωής ούτε κάποια ακατανίκητη επιθυμία που την έσπρωξε εκεί. Ήταν όμως ένας στόχος συγκεκριμένος που τον πέτυχε ενσυνείδητα. Μια κίνηση προς την κατεύθυνση ενός ήλιου σίγουρου και σταθερού. Κάπως αμυδρού και χλιαρού βέβαια αλλά τα δυνατά δέντρα δεν τα πάνε καλά με τα λιοπύρια.

Τελείωσε τη σχολή με καθυστέρηση ενός έτους και βγήκε στη γύρα. Τα πράγματα ήταν όπως της τα είχαν πει και όπως τα σκεφτόταν. Πρώτα σε φίλους και γνωστούς, μετά σε ένα ευρύτερο κύκλο τα ιδιαίτερα είχαν πέραση. Ειδικά για την ίδια που πήγαινε στο σπίτι του μαθητή η ζήτηση δεν άργησε να ξεπεράσει την προσφορά.

Ήταν εύκολο να καταλάβει ότι η κατάσταση αυτή δεν ήταν προσωρινή. Εντάξει δεν οφείλονταν στο ότι ήταν η καλύτερη καθηγήτρια στον κόσμο, μπορούσε όμως με σιγουριά να ποντάρει ότι κάθε χρόνο θα είχε αυτή τη δουλειά γιατί οι γονείς, εκτός που το παιδί τους μάθαινε αγγλικά, είχαν και μια υπηρεσία φύλαξης στο ίδιο πακέτο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που την περίμεναν στην πόρτα είτε για να γίνουν τα ψώνια στο μάρκετ εκείνη την ώρα, είτε για να πάνε γυμναστήριο, είτε απλώς για να κάνουν κάτι διαφορετικό από το να κοιτάνε τα παιδιά τους.

Τα λεφτά ήταν καλά κυρίως γιατί ήταν μαύρα. Δεν είχε να νοιαστεί για άδειες λειτουργίας, εφορίες, λειτουργικά έξοδα και ΕΦΚΑ οπότε όχι μόνο έφταναν αλλά και περίσσευαν. Ήταν πιεσμένο το πρόγραμμά της αλλά όλο και έβρισκε τρόπους να ξεγλιστρήσει. Η δουλειά - δουλειά αλλά και η ζωή - ζωή. Ούτε οι παρέες ούτε οι έρωτες της έλειψαν.

Όλα ήταν τέλεια. Μέσα της όμως ένιωθε μια συννεφιά που δεν της ήταν ευχάριστη. Κάτι χαλούσε τη χαρά που θα έπρεπε να νιώθει. Κι ήταν περίεργο αυτό γιατί δεν μπορούσε να το καταλάβει. Πως γίνεται όλα να σου πηγαίνουν καλά κι εσύ να νιώθεις πως κάτι δεν είναι στη θέση του.

Ο χρόνος άρχισε να κυλάει πάνω σε ένα καθοδικό σπιράλ, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο όμοια σε κάθε κύκλο. Μέσα της τα σύννεφα είχαν πυκνώσει. Μια μπόρα έπιασε να αγριεύει μα το σίγουρο δέντρο μέσα της με τις βαθιές ρίζες ήταν πολύ δυνατό. Ναι ήταν ευχαριστημένη, ναι δεν θα έπρεπε να έχει παράπονο, ναι άλλοι ονειρεύονται να έχουν τέτοια δουλειά. Ναι αλλά εκείνη δεν μπορούσε να βρει τρόπο να βολευτεί. Μια ήθελε να μείνει στα σίγουρα μια να ανοιχτεί στο άγνωστο. Ποιο άγνωστο όμως;

Όσο γλιστρούσε στο σπιράλ τόσο η καταιγίδα θέριευε και γινόταν ανυπόφορη. Έπρεπε να πάρει μια απόφαση και να τελειώνει. Αν ήταν να μείνει έτσι έπρεπε να βρει τρόπο να το αποδεχτεί. Θα μπορούσε να κυνηγήσει και το δημόσιο αλλά θα έπρεπε να περάσει αρκετά χρόνια πολύ μακριά από την πόλη της και μια τέτοια αλλαγή δεν την ενθουσίαζε. Να ανοίξει φροντιστήριο; Και τι θα αλλάξει; Περισσότερες ευθύνες και σκοτούρες. Τώρα τελευταία είχαν μεγάλη πέραση και τα εξ' αποστάσεως μαθήματα. Αυτά βόλευαν γιατί δεν θα χρειαζόταν να γυρνάει από το ένα σπίτι στο άλλο αλλά της αφαιρούσαν το σημαντικό πλεονέκτημα που ήθελαν όλοι οι γονείς. Εξ' αποστάσεως δεν μπορείς να κάνεις τη νταντά.

Ήταν μια Κυριακή πρωί που τα σκεφτόταν όλα αυτά κι όσο τα σκεφτόταν τόσο η καταιγίδα μετατρεπόταν σε χοντρό χαλάζι και μόνο ένας τρόπος υπήρχε να σωθεί. Η κουζίνα της. Μπήκε στην κουζίνα της και ξεκίνησε να φτιάχνει μπισκότα. Άλλα με γεύση πορτοκάλι, άλλα με επικάλυψη σοκολάτας και άλλα με βανίλια. Έφτιαχνε συχνά αυτά τα μπισκότα κι ήταν σαν ψυχοθεραπεία. Μόνο που έπιανε ένα - ένα τα υλικά να τα βάλει στο μπολ, μέσα της κάτι μαλάκωνε. Σαν να πίνεις ένα ζεστούτσικο τσάι όταν ο λαιμός σου είναι γδαρμένος από τη γρίπη.

Σε λίγο απλώθηκε εκείνο το υπέροχο άρωμα των σπιτικών μπισκότων. Πήρε μια βαθιά ανάσα, άφησε τον γλυκό αέρα να γεμίσει τα πνευμόνια της κι ένιωσε όλο της το κορμί να χαλαρώνει εντελώς. Μέσα σε εκείνη τη ζεστή ατμόσφαιρα, με την μυρωδιά να την έχει αγκαλιάσει από παντού τρύπωσε μέσα στο μυαλό της μια ιδέα. Μια ιδέα σαν ποντικός στις ρίζες δέντρου που άρχισε να ροκανίζει τα θεμέλια πάνω στα οποία ζούσε όλη τη ζωή της. Τα μπισκότα της άρεσαν πολύ σε όσους τα είχαν δοκιμάσει. Εκείνη λάτρευε την διαδικασία παρασκευής τους. Δεν μπορούσε άραγε να υπάρξει κάποιος τρόπος να συνδυαστούν αυτά τα δύο;

Κι αν άνοιγε ένα φούρνο; Ένα φούρνο! Ήταν σαν να επεξεργαζόταν υποσυνείδητα την λύση στο πρόβλημά της για χρόνια και ξαφνικά, εντελώς ξαφνικά, η λύση βρέθηκε μπροστά της με τρόπο που δεν μπορούσε να την αμφισβητήσει. Όχι δεν είχε business plan, ούτε την παραμικρή ιδέα για τα προβλήματα των επιχειρήσεων αλλά μέσα της κάτι φώναζε ότι αυτό ήταν.

Οι ρίζες του δέντρου όμως ήταν πολύ βαθιές κι ο ποντικός είχε πολύ δουλειά να κάνει. Μόλις πέρασε ο αρχικός ενθουσιασμός άρχισε να έχει αμφιβολίες. Κι αν δεν τα καταφέρει; Κι αν χάσει και αυτό που έχει ήδη; Που να μπλέκεις τώρα με άδειες, εφορίες, λειτουργικά έξοδα και ΕΦΚΑ. Μια χαρά είσαι κι έτσι μην τα καταστρέφεις όλα.

Άρχισε να περπατάει ξυπόλητη πάνω σε ένα ακονισμένο μαχαίρι. Όσο έριχνε το βλέμμα από τη μια μεριά έβρισκε πλεονεκτήματα στην άλλη κι όταν έστρεφε το βλέμμα στην άλλη μεριά τα πλεονεκτήματα μεταφέρονταν ως δια μαγείας στην πρώτη. Πέρασε καιρό σε αυτή την ισορροπία κι όσο προχωρούσε το μόνο που κατάφερνε ήταν να ματώνει σε κάθε βήμα πάνω σ' εκείνη την ακμή.

Το αίμα όμως δεν πήγαινε χαμένο. Ήταν τροφή για εκείνο τον ποντικό που δούλευε υπόγεια. Ώσπου ήρθε μια στιγμή που το σίγουρο δέντρο άρχισε να αισθάνεται άβολα με το φύσημα του ανέμου. Η καταιγίδα μέσα της μπορούσε να το αμφισβητήσει.

Το έψαξε χωρίς να πει τίποτα σε κανένα. Πόσο κάνουν τα ενοίκια, πόσο κάνει ο εξοπλισμός, τι άδεια χρειάζεται, τι επιδότηση μπορεί να πάρει. Το να ξέρει που οδηγεί ένας δρόμος δεν σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένη και να κάνει το βήμα.

Οι πληροφορίες που μάζεψε δεν της έδωσαν καμία απάντηση. Ούτε μπορούσε με σιγουριά να υποστηρίξει ότι το εγχείρημα θα είχε εμπορική επιτυχία αλλά ούτε φαινόταν καταδικασμένο. Ποιος θα μπορούσε να τη βοηθήσει; Ποιος θα μπορούσε να είναι τόσο αντικειμενικός ώστε να δώσει μια απάντηση; Κανένας. Αν ρωτούσε στον περίγυρό της όλοι θα της έδιναν απαντήσεις βασισμένες στο πως έβλεπαν το πράγμα συναισθηματικά.

Άρχισε να πετάει σπόντες μήπως μπορέσει να εκμαιεύσει κάποια αντίδραση. «Ένα απόγευμα δεν μου μένει ελεύθερο με αυτά τα μαθήματα», «Αυτοί οι φούρνοι είναι γεμάτοι στην πόλη πρέπει να βγάζουν πολλά λεφτά». Κανείς δεν καταλάβαινε. Κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί τι κρυβόταν πίσω από αυτές τις φράσεις.

Οι δικοί της άνθρωποι ήταν χαρούμενοι για τις επιλογές της. Τους έκανε υπερήφανους που τα είχε καταφέρει τόσο καλά στη ζωή μέχρι εκείνη την ώρα και που οι προοπτικές της ήταν σίγουρες. Που όλος ο κόσμος έλεγε καλά λόγια και που τους είχε βγάλει ασπροπρόσωπους. Κανείς δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί πως πίσω από αυτή την ευτυχία κρυβόταν μια φουρτούνα που την τσάκιζε κάθε στιγμή. Πως πίσω από το πρόσωπο του καλού κοριτσιού βρισκόταν ένα άλλο κορίτσι λιγότερο καλό αλλά περισσότερο ευτυχισμένο.

Ο χρόνος περνούσε και τα γυμνά της πόδια συνέχιζαν να ματώνουν πάνω στο ακονισμένο μαχαίρι και δεν έλεγε να διαλέξει πλευρά. Κάτι περίμενε αλλά δεν ήξερε τι. Γιατί δεν έπαιρνε μια απόφαση; Έστω να μείνει όπως είναι. Να κατέβει επιτέλους από εκείνη την ακμή. Να ησυχάσει.

Το αίμα περίσσεψε κι ο ποντικός δυνάμωσε. Οι δαγκωνιές του τώρα έκοβαν χοντρές ρίζες του δέντρου πιο κοντά στο έδαφος. Το σίγουρο δέντρο άρχισε να χάνει την σταθερότητά του. Μέσα της άρχισαν να κινούνται γρανάζια σκουριασμένα που γύρω τους ήταν πριν τυλιγμένες οι ρίζες του δέντρου όπως τα σχοινιά που κρατούσαν τον Οδυσσέα στο κατάρτι. Η κίνηση ήταν πολύ αργή στην αρχή και με την δυσκολία που φέρνει η τριβή στο σκουριασμένο σίδερο. Ελάχιστα πιο γρήγορη αργότερα όταν τα πρώτα στρώματα σκουριάς τινάχτηκαν από την δύναμη της κίνησης και οι ρίζες που τυλίγονταν υποχωρούσαν.

Μέσα σε αυτό τον λαβύρινθο βρήκε τον τρόπο να παραδεχτεί πως όσα πλεονεκτήματα κι αν είχε η τρέχουσα κατάσταση ήταν μια κατάσταση που δεν την ήθελε. Κι αν βολευόταν ήταν μόνο αυτό. Ένα βόλεμα. Ένα βόλεμα που στο κάτω - κάτω δεν ήταν και τίμιο αφού έτσι κορόιδευε τους πάντες και πρώτα τον ίδιο της τον εαυτό.

Οι ρίζες λιγόστεψαν κι άλλο. Τα γρανάζια πήραν να γυρνάνε πιο γρήγορα από ποτέ. Το χαλάζι έπεφτε πιο χοντρό και ο αέρας δεν την άφηνε να ακούσει ούτε τον εαυτό της. Με χείλη που έτρεμαν, με λέξεις που δυσκολευόταν να βρει, αποφάσισε να το πει στο στενό της περιβάλλον. Στην αρχή το πήραν για αστείο. Μετά, όταν κατάλαβαν ότι το εννοεί, θύμωσαν μαζί της. Άρχισε ένας χορός επιχειρημάτων άλλες φορές με το καλό και άλλες με το άγριο με στόχο να την αποθαρρύνουν. Τα είχε σκεφτεί όλα αυτά και υπολόγιζε τις αντιδράσεις αλλά είναι άλλο πράγμα αυτό που έχεις στο μυαλό σου και άλλο αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Όσο κι αν προσπαθήσεις να προσομοιώσεις την πίεση που θα δεχτείς καμιά προετοιμασία δεν μπορεί να προσομοιώσει αληθινά συναισθήματα.

Ο ποντικός κοντοστάθηκε. Τα γρανάζια έχασαν την ορμή τους και έφτασαν κοντά να σταματήσουν. Κάποτε όλα αυτά θα ήταν αρκετά για να λυγίσει και να κάνει πίσω. Να σκοτώσει εκείνο τον ποντικό και να αφήσει το δέντρο να απλώσει πάλι τις σίγουρες ρίζες του. Να νιώσει την ασφάλεια των γραναζιών που θα είχαν σταματήσει, θα είχαν δεθεί πάλι από τις ρίζες και αφεθεί στα χέρια της σκουριάς.

Τότε κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει πίσω πια. Μέσα της άστραψε ένα φως και τότε, εντελώς ξαφνικά, ο αέρας κόπασε. Το χαλάζι σώθηκε. Η καταιγίδα σταμάτησε. Κατέβηκε από το ακονισμένο μαχαίρι και στάθηκε μπροστά στο δέντρο μέσα της. Το έσπρωξε απαλά με το δάχτυλο. Εκείνο ανατρίχιασε. Έκανε την τελευταία του προσπάθεια να μείνει όρθιο, να κρατηθεί κάπως, αλλά κάτω από το έδαφος δεν είχε μείνει ρίζα. Η ανακοίνωσή της ήταν απλή. Αυτή θα ήταν η τελευταία της χρονιά ως «Αγγλικού». Από τον Ιούλιο θα ξεκινούσε μια καινούργια καριέρα.

Θα ήταν άραγε τα πράγματα καλύτερα; Θα ήταν χειρότερα; Δεν ήξερε. Κι ίσως δεν είχε σημασία. Η ψυχή της άφηνε πίσω αυτή τη φουρτούνα. Ίσως για κάποια άλλη μεγαλύτερη και δυσκολότερη αλλά εκείνη θα ήταν μια φουρτούνα που θα την είχε επιλέξει η ίδια. Κι αυτό έκανε όλη τη διαφορά.
Ποίηση - Υφαντό
Ποίηση - Υφαντό4 months ago
άδεια μια καρέκλα
σ’ ένα μπαλκόνι περιμένει

στην κάψα του καλοκαιριού, το δροσερό αεράκι
στον άγριο χειμώνα, της πλάσης τον θερμαστή

τη νύχτα, περιμένει να ‘ρθει η μέρα
και τη μέρα, να έρθει η νύχτα

κι όλο μένει μόνη
μέχρι να εμφανιστεί αυτός
που θα βρει την αρχή στον κύκλο της ζωής

#υφαντό #ποίηση #ποιηση #ποιήματα #ποιημα #ποίημα #ελληνικήποίηση #greekpoetry #poetry #ellinika #ελληνικα #diavazo #διαβάζω #διαβαζω #poem #ταβουλτσιδης
Ποίηση - Υφαντό
Ποίηση - Υφαντό4 months ago
η νοθεία του έρωτα - podcast